indiscretion

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: indiscrétion

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

indiscretion (en)

  1. η αδιακρισία
  2. η έλλειψη σύνεσης, απερισκεψία

Αντώνυμα[επεξεργασία]