Μετάβαση στο περιεχόμενο

industrialised

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός industrialised
συγκριτικός more industrialised
υπερθετικός most industrialised

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

industrialised (en)