Μετάβαση στο περιεχόμενο

inefficiency

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
inefficiency < in- + efficiency

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
inefficiency inefficiencies

inefficiency (en)