inefficiency
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- inefficiency < in- + efficiency
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| inefficiency | inefficiencies |
inefficiency (en)
- η αναποτελεσματικότητα
The system has a lot of inefficiencies.
- Το σύστημα έχει πολλές αναποτελεσματικότητες.