Μετάβαση στο περιεχόμενο

inexcusable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

inexcusable (en)


Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
inexcusable inexcusables

Επίθετο

[επεξεργασία]

inexcusable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

inexcusable (es)