infeliz

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
infeliz infelizes

infeliz (pt) αρσενικό ή θηλυκό

  1. δυστυχής, δυστυχισμένος