Μετάβαση στο περιεχόμενο

infirmité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
infirmité infirmités

infirmité (fr) θηλυκό