Μετάβαση στο περιεχόμενο

inflexiblement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

inflexiblement (fr)

Le gouvernement suit inflexiblement sa politique de l'emploi : η κυβέρνηση ακολουθεί αταλάντευτα την εργατική της πολιτική.

Συγγενικά

[επεξεργασία]