infus
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | infus | infuss |
| θηλυκό | infuse | infuses |
infus (fr) αρσενικό
- Je n'ai pas la science infuse. Δεν έχω έμφυτη τη σοφία.
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | infus | infuss |
| θηλυκό | infuse | infuses |
infus (fr) αρσενικό