Μετάβαση στο περιεχόμενο

-ing-

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από ing)

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ing- (eo)

  • επίθημα που δηλώνει κάτι μέσα στο οποίο μπορεί να μπει κάτι άλλο

Παραδείγματα

fingro - δάχτυλο
fingringo - δακτυλήθρα