inherent

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : inhérent

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɪnˈhɪəɹənt/ ή
ΔΦΑ : /ɪnˈhɛɹənt/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

inherent < λατινική inhaerens, μετοχή ενεστώτα του ρήματος inhaerere

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

inherent (en)

You are a human being. You have rights inherent in that reality. You have dignity and worth that exists prior to law. — (Lyn Beth Neylon).

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]