inheritance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
inheritance inheritances

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɪnˈhɛɹətəns/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

inheritance (en)

  1. κληρονομιά
  2. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) κληρονομικότητα
    Δείτε επίσης: Inheritance (object-oriented programming) στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός:

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • inheritance στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια