initialize
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | initialize |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | initializes |
| αόριστος | initialized |
| παθητική μετοχή | initialized |
| ενεργητική μετοχή | initializing |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]initialize (en)