injector

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

injector (en)

  1. (ευρύτερος όρος) ο εγχυτήρας
  2. το μπεκ