Μετάβαση στο περιεχόμενο

innervation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
innervation innervations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

innervation (fr) θηλυκό