inoxydable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
inoxydable inoxydables

Επίθετο

[επεξεργασία]

inoxydable (fr) αρσενικό ή θηλυκό