Μετάβαση στο περιεχόμενο

inquiètement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
inquiètement < (μαρτυρείται από το 1611) από το θηλυκό inquiète του inquiet + -ment (επιρρηματική κατάληξη)[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ̃.kjɛtˈmɑ̃/ ,
τυπογραφικός συλλαβισμός: inquiètement

Επίρρημα

[επεξεργασία]

inquiètement (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. inquiètement - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé