Μετάβαση στο περιεχόμενο

insensible

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

insensible (en)

  1. αναίσθητος



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
insensible insensibles

Επίθετο

[επεξεργασία]

insensible (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αναίσθητος, ανάλγητος
  2. ανεπαίσθητος
  3. ασυγκίνητος
  4. άπονος

Συγγενικά

[επεξεργασία]