Μετάβαση στο περιεχόμενο

insouciance

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

insouciance (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
insouciance insouciances

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

insouciance (fr) θηλυκό