Μετάβαση στο περιεχόμενο

inspectrice

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
inspectrice inspectrices

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

inspectrice (fr) θηλυκό