instalment

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

instalment (en) ή installment (ΗΠΑ)

  1. η δόση ενός χρέους
  2. το επεισόδιο μιας οπτικοακουστικά καταγεγραμμένης σειράς (πχ τηλεοπτικής, διαδικτυακής κτλ)