Μετάβαση στο περιεχόμενο

instalment

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
instalment instalments

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

instalment (en)