Μετάβαση στο περιεχόμενο

insulating

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός insulating
συγκριτικός more insulating
υπερθετικός most insulating

insulating (en)

  • μονωτικός
    παράδειγμα  The hot water tank should be insulated with proper insulating materials.
    Η δεξαμενή ζεστού νερού πρέπει να μονωθεί με κατάλληλα μονωτικά υλικά.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

insulating (en)