Μετάβαση στο περιεχόμενο

insulation

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
insulation < insulate + -ion

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

insulation (en)