Μετάβαση στο περιεχόμενο

insuline

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
insuline insulines

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

insuline (fr) θηλυκό