insurance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

insurance (en)

  • (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ασφάλεια, σύμβαση με την οποία το ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέλη αναλαμβάνει έναντι ορισμένης αμοιβής να αποζημιώσει το άλλο σε περίπτωση συγκεκριμένης και προσυμφωνημένης βλάβης
    How much does car insurance cost in Greece.
    Πόσο κοστίζει μια ασφάλεια αυτοκινήτου στην Ελλάδα.

Πηγές[επεξεργασία]