Μετάβαση στο περιεχόμενο

intégralité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
intégralité intégralités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

intégralité (fr) θηλυκό