intéressé

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : interesse, intéresse

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

intéressé < intéresser

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ̃.te.ʁɛ.se/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό intéressé intéressés
θηλυκό intéressée intéressées
  1. ενδιαφερόμενος, που ενδιαφέρεται
    Il est intéressé par tout ce qui bouge. - Τον ενδιαφέρει το κάθε τι.
  2. συμφεροντολογικός
    Une question intéressée.
  3. (κατ’ επέκταση) εγωιστικός, άπληστος
    Un comportement intéressé.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
intéressé intéressés

intéressé (fr)

  1. (νομικός όρος) άτομο που υπερασπίζεται τα συμφέροντά του
    Le Conseil d'État rend, sur la demande des intéressés, des arrêts sur les pourvois introduits contre les actes et les décisions des fonctionnaires publics et sur certaines contestations électorales ou autres.
  2. άτομο για το οποίο γίνεται λόγος
    Mais où est l’intéressé ?

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

  1. αρσενικό της παθητικής μετοχής του ρήματος intéresser