integrated
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | integrated |
| συγκριτικός | more integrated |
| υπερθετικός | most integrated |
integrated (en)
- συνενωμένος, ολοκληρωμένος, που έχει πολλά διαφορετικά μέρη που είναι στενά συνδεδεμένα και λειτουργούν επιτυχώς μαζί
the integrated companies - οι συνενωμένες εταιρείες
an integrated approach - ολοκληρωμένη προσέγγιση
- συμπεριληπτικός, που ενσωματώνει άτομα από διαφορετικές φυλές, φύλα, θρησκείες κτλ, ιδιαίτερα εκείνα που στο παρελθόν είχαν αποκλειστεί ή διαχωριστεί
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]integrated (en)