Μετάβαση στο περιεχόμενο

integrated

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός integrated
συγκριτικός more integrated
υπερθετικός most integrated

integrated (en)

  1. συνενωμένος, ολοκληρωμένος, που έχει πολλά διαφορετικά μέρη που είναι στενά συνδεδεμένα και λειτουργούν επιτυχώς μαζί
    παράδειγμα  the integrated companies - οι συνενωμένες εταιρείες
    παράδειγμα  an integrated approach - ολοκληρωμένη προσέγγιση
  2. συμπεριληπτικός, που ενσωματώνει άτομα από διαφορετικές φυλές, φύλα, θρησκείες κτλ, ιδιαίτερα εκείνα που στο παρελθόν είχαν αποκλειστεί ή διαχωριστεί
    παράδειγμα  the development of integrated schools - η ανάπτυξη συμπεριληπτικών σχολείων
     συνώνυμα: inclusive

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

integrated (en)