inteligente

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
inteligente inteligentees

inteligente (es) αρσενικό ή θηλυκό

  1. έξυπνος



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

inteligente (pt)