intelligent
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | intelligent |
| συγκριτικός | more intelligent |
| υπερθετικός | most intelligent |
Επίθετο
[επεξεργασία]intelligent (en)
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- intelligent < μαρτυρείται από το 1420 < (λόγιο δάνειο) λατινική intelligens (γνώστης), μετοχή ενεστώτα του intellegere (κατανοώ, καταλαβαίνω)[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɛ̃.te.liˈʒɑ̃/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : in‐tel‐li‐gent
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | intelligent | intelligents |
| θηλυκό | intelligente | intelligentes |
Επίθετο
[επεξεργασία]intelligent (fr)
- έξυπνος, νοήμων, νοήμονας, ευφυής
L'humain est l'être le plus intelligent sur Terre.
Ο άνθρωπος είναι το πιο έξυπνο ον πάνω στην Γη.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ intelligent - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Πηγές
[επεξεργασία]- intelligent - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- intelligent - στο Émile Littré [Εμίλ Λιτρέ], Dictionnaire de la langue française [Λεξικό της γαλλικής γλώσσας], 1872–1877