Μετάβαση στο περιεχόμενο

intelligent

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός intelligent
συγκριτικός more intelligent
υπερθετικός most intelligent

Επίθετο

[επεξεργασία]

intelligent (en)

  1. έξυπνος
    παράδειγμα an intelligent young man
         έξυπνος νέος
     συνώνυμα: astute, bright, brilliant, clever, educated, genius, gifted, intellectual, knowledgable, savvy, sharp, smart, wise
  2. νοήμονας, για ένα ζώο, ένα ον κτλ. που μπορεί να καταλάβει και να μάθει πράγματα
    παράδειγμα The astronaut found an intelligent organism.
         Ο αστροναύτης βρήκε έναν νοήμονα οργανισμό.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
intelligent < μαρτυρείται από το 1420 < (λόγιο δάνειο) λατινική intelligens (γνώστης), μετοχή ενεστώτα του intellegere (κατανοώ, καταλαβαίνω)[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ̃.te.liˈʒɑ̃/
τυπογραφικός συλλαβισμός: intelligent
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό intelligent intelligents
θηλυκό intelligente intelligentes

Επίθετο

[επεξεργασία]

intelligent (fr)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. intelligent - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé