Μετάβαση στο περιεχόμενο

intercession

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
intercession intercessions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

intercession (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]