interpret
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | interpret |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | interprets |
| αόριστος | interpreted |
| παθητική μετοχή | interpreted |
| ενεργητική μετοχή | interpreting |
Ρήμα
[επεξεργασία]interpret (en)
- (μεταβατικό) ερμηνεύω, εξηγώ την έννοια του κάτι
She interpreted a difficult part of the book.
- Ερμήνευσε ένα δύσκολο κομμάτι του βιβλίου.
The data can be interpreted in many different ways.
- Τα δεδομένα μπορούν να ερμηνευτούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.
- (μεταβατικό) ερμηνεύω, αποφασίζω ότι κάτι έχει συγκεκριμένο νόημα και να το καταλάβω με αυτόν τον τρόπο
This word is interpreted through its context.
- Αυτή η λέξη ερμηνεύεται στο συγκείμενό της.
We interpreted his silence as refusal.
- Ερμηνεύσαμε τη σιωπή του ως άρνηση.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) διερμηνεύω, μεταφράζω μια γλώσσα σε μια άλλη καθώς ομιλείται
The interpreter is interpreting the dialogue between the two leaders.
- Ο διερμηνέας διερμηνεύει τον διάλογο μεταξύ των δύο ηγετών.
Someone was needed to interpret the discussion into Greek.
- Χρειάστηκε κάποιος να διερμηνεύσει τη συζήτηση στα ελληνικά.
She didn't speak English well, so her children had to interpret.
- Δεν μιλούσε καλά αγγλικά, οπότε τα παιδιά της έπρεπε να διερμηνεύουν.
- (μεταβατικό) ερμηνεύω, εκτελώ ένα μουσικό κομμάτι ή αποδίδω ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό ρόλο
He successfully interpreted Sophocles' Oedipus.
- Ερμήνευσε με επιτυχία τον Οιδίποδα του Σοφοκλή.
She interpreted the role with a lot of humor.
- Ερμήνευσε τον ρόλο με πολύ χιούμορ.