Μετάβαση στο περιεχόμενο

interrelation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
interrelation < inter- + relation, μαρτυρείται από το 1937

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ̃tεrrəlasjɔ̃/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
interrelation interrelations

interrelation (fr) θηλυκό