interrelation
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɛ̃tεrrəlasjɔ̃/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| interrelation | interrelations |
interrelation (fr) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- interrelation - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé