interrupt
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | interrupt |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | interrupts |
| αόριστος | interrupted |
| παθητική μετοχή | interrupted |
| ενεργητική μετοχή | interrupting |
Ρήμα
[επεξεργασία]interrupt (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) διακόπτω κάποιον όταν μιλάει
- (μεταβατικό) διακόπτω κάτι για λίγο
Traffic on the national road was interrupted.
- Διακόπηκε η κυκλοφορία στην εθνική οδό.
- (μεταβατικό) κόβω τη θέα
These trees interrupt the view.
- Αυτά τα δέντρα κόβουν τη θέα.