intersection

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

intersection (en)

  1. διχοτόμηση, διασταύρωση
  2. (θεωρία συνόλων) ο τελεστής (πράξη) της τομής δύο συνόλων
    σύμβολο:
     αντώνυμα: union (σύμβολο: )
    συγγενικό: difference
    δείτε επίσης: intersection (set theory) στην αγγλική Βικιπαίδεια
    intersection (set theory), εικόνες στα Wikimedia Commons
  3. βάσεις δεδομένων, στη σχεσιακή άλγεβρα) τομή σχέσεων
     συνώνυμα: inner join

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
intersection intersections

intersection (fr) θηλυκό

  1. η διατομή
  2. η διασταύρωση, το σταυροδρόμι
  3. (μαθηματικά) η τομή