intimidating
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | intimidating |
| συγκριτικός | more intimidating |
| υπερθετικός | most intimidating |
Επίθετο
[επεξεργασία]intimidating (en)
- επίφοβος, εκφοβιστικός, τρομακτικός με τρόπο που κάνει ένα άτομο να αισθάνεται λιγότερο σίγουρο
an extremely intimidating person - άνθρωπος εξαιρετικά επίφοβος
intimidating letters/shots - εκφοβιστικές επιστολές/βολές
This equation is intimidating!
- Αυτή η εξίσωση είναι τρομακτική!
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]intimidating (en)