Μετάβαση στο περιεχόμενο

intimidating

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός intimidating
συγκριτικός more intimidating
υπερθετικός most intimidating

Επίθετο

[επεξεργασία]

intimidating (en)

  • επίφοβος, εκφοβιστικός, τρομακτικός με τρόπο που κάνει ένα άτομο να αισθάνεται λιγότερο σίγουρο
    παράδειγμα  an extremely intimidating person - άνθρωπος εξαιρετικά επίφοβος
    παράδειγμα  intimidating letters/shots - εκφοβιστικές επιστολές/βολές
    παράδειγμα  This equation is intimidating!
    Αυτή η εξίσωση είναι τρομακτική!

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

intimidating (en)