Μετάβαση στο περιεχόμενο

intolerable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός intolerable
συγκριτικός more intolerable
υπερθετικός most intolerable

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
intolerable < in- + tolerable

Επίθετο

[επεξεργασία]

intolerable (en)