intractable

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

intractable (en)

  1. ανυπάκουος
  2. (μαθηματικά) ανεπιλύσιμος, μη επιλύσιμος
    (όχι δυσεπίλυτος: hard to solve, difficult, troublesome)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]