intrinsèque

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
intrinsèque intrinsèques

intrinsèque (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. συμφυής, που αποτελεί μέρος αυτού για το οποίο γίνεται λόγος
  2. εγγενής

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]