Μετάβαση στο περιεχόμενο

intrinsically

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός intrinsically
συγκριτικός more intrinsically
υπερθετικός most intrinsically

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
intrinsically < instrinsic + -ally

Επίρρημα

[επεξεργασία]

intrinsically (en)

  • έμφυτα, εγγενώς, από την φύση του
    παράδειγμα  He is intrinsically curious about the world.
    Είναι έμφυτα περίεργος για τον κόσμο.
    παράδειγμα  Kindness is intrinsically in many people.
    Η καλοσύνη είναι έμφυτη σε πολλούς ανθρώπους.
    παράδειγμα  Injustice is intrinsically wrong.
    Η αδικία είναι εγγενώς λανθασμένη.
    παράδειγμα  Freedom of speech is intrinsically important for democracy.
    Η ελευθερία του λόγου είναι εγγενώς σημαντική για τη δημοκρατία.
    παράδειγμα  Music is intrinsically emotional.
    Η μουσική είναι από τη φύση της συναισθηματική.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]