Μετάβαση στο περιεχόμενο

introvert

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός introvert
συγκριτικός more introvert
υπερθετικός most introvert

introvert (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
introvert introverts

introvert (en)