intuitive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

intuitive (en)

  1. διαισθητικός, αυτός που λειτουργεί με την διαίσθηση, ενστικτώδης
  2. αυτονόητος, ευκολονόητος
    the UI is clean and intuitive - η διεπαφή χρήστη είναι διαυγής και ευκολονόητη

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]