Μετάβαση στο περιεχόμενο

inventi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
inventi < invent- + -i
ρήμα inventi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας inventas inventanta inventata
αόριστος inventis inventinta inventita
μέλλοντας inventos inventonta inventota
υποθετική inventus - -
προστακτική inventu - -

inventi (eo)