investigation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɪnˌvɛstəˈɡeɪʃən/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

investigation (en)

  1. έρευνα
  2. διερεύνηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • investigation στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια