investiture

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
investiture investitures

investiture (fr) θηλυκό

  1. η ανακήρυξη κάποιου που κέρδισε κάποια θέση μετά από διαγωνισμό, εκλογές, κ.α.ή χρίσμα άρχοντα
    • τελετουργικό χρίσμα

Αντώνυμα[επεξεργασία]