invito

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

invito < invit + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική invito invitoj
αιτιατική inviton invitojn

invito (eo)

ŝi akceptis lian inviton, δέχτηκε την πρόσκλησή του