invoke

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dɪˈplɔɪ/

Ρήμα[επεξεργασία]

invoke (en)

  1. επικαλούμαι
  2. (πληροφορική) προκαλώ (προξενώ) την εκτέλεση προγράμματος, υποπρογράμματος, συνάρτησης
    ※  Function arguments are the values received by the function when it is invoked. [1]
    «Οι πραγματικές παράμετροι της συνάρτησης είναι οι (πραγματικές) τιμές που λαμβάνονται από τη συνάρτηση όταν γίνεται η επίκλησή της.»
     συνώνυμα: call, execute, launch, run

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. (αγγλικά) JavaScript Functions. Πρόσβαση 2021-03-09.