involuntary
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | involuntary |
| συγκριτικός | more involuntary |
| υπερθετικός | most involuntary |
involuntary (en)
- ακούσιος, για ενέργεια που γίνεται χωρίς τη θέληση ή την πρόθεση εκείνου που ενεργεί
His muscles were having involuntary spasms.
- Οι μύες του έκαναν ακούσιες συσπάσεις.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη unintentional
- ακούσιος, μη εθελοντικός, που γίνεται αντίθετα και παρά τη θέληση εκείνου που παθαίνει, που υφίσταται τις συνέπειες
He suffered an involuntary job loss.
- Υπέστη ακούσια απώλεια εργασίας.
an involuntary dismissal (=layoff) - μη εθελοντική αποχώρηση- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη compulsory