Μετάβαση στο περιεχόμενο

involuntary

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
involuntary < in- + voluntary

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός involuntary
συγκριτικός more involuntary
υπερθετικός most involuntary

involuntary (en)

  1. ακούσιος, για ενέργεια που γίνεται χωρίς τη θέληση ή την πρόθεση εκείνου που ενεργεί
    παράδειγμα  His muscles were having involuntary spasms.
    Οι μύες του έκαναν ακούσιες συσπάσεις.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη unintentional
  2. ακούσιος, μη εθελοντικός, που γίνεται αντίθετα και παρά τη θέληση εκείνου που παθαίνει, που υφίσταται τις συνέπειες
    παράδειγμα  He suffered an involuntary job loss.
    Υπέστη ακούσια απώλεια εργασίας.
    παράδειγμα  an involuntary dismissal (=layoff) - μη εθελοντική αποχώρηση
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη compulsory