Μετάβαση στο περιεχόμενο

iomete

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
iomete < iom + -et- + -e

Επίρρημα

[επεξεργασία]

iomete (eo)

mi havas la impreson ke mi iomete progresis - έχω την εντύπωση ότι προόδευσα κάπως / λίγο