ipocrita
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ipocrita < λατινική hypòcrita < αρχαία ελληνική ὑποκριτής
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| ipocrita | ipocriti |
ipocrita (it)
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| ipocrita | ipocriti |
ipocrita (it)