irrépressible

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : irrepressible

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /iʁ.(ʁ)e.pʁɛ.sibl/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
irrépressible irrépressibles

irrépressible (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ασυγκράτητος